Η επιστολή Λαγκάρντ προς τους υπουργούς του Eurogroup έχει ιδιαίτερη σημασία από όποια οπτική γωνία κι αν εξεταστεί. Κι αυτό διότι λέει αλήθειες που συστηματικά έχουν αποσιωπηθεί από διάφορες πλευρές, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα.

Η επιστολή Λαγκάρντ προς τους υπουργούς του Eurogroup έχει ιδιαίτερη σημασία από όποια οπτική γωνία κι αν εξεταστεί. Κι αυτό διότι λέει αλήθειες που συστηματικά έχουν αποσιωπηθεί από διάφορες πλευρές, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα.

Πρώτον, καταρρίπτει επιτέλους το «μύθο» ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει διατηρήσιμα πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% για διάστημα δεκαετιών. Μύθο ο οποίος στηρίχθηκε στην ανάγκη των Ευρωπαίων, να παρουσιάζουν το ελληνικό χρέος ως βιώσιμο.

Δεύτερον, βάζει τέλος στη μυθολογία περί μεγάλων περιθωρίων περικοπής στις «σπατάλες» του δημοσίου τομέα. Το ίδιο το «σκληρό» ΔΝΤ παραδέχεται ότι ήδη οι περικοπές στις λειτουργικές και επενδυτικές δαπάνες έχουν προκαλέσει σοβαρές δυσλειτουργίες στην παροχή δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών (όπως η Υγεία, η Παιδεία, η Άμυνα κλ.π.)

Με άλλα λόγια τα οποιαδήποτε περιθώρια ουσιαστικής περικοπής δαπανών στο Δημόσιο, αφορούν κυρίως στην μείωση μισθών και την -περαιτέρω- περικοπή των ασφαλιστικών παροχών και συντάξεων.

Γεγονός που εν τέλει δικαιώνει έμμεσα όσους πιστεύουν ότι η λύση στο ελληνικό πρόβλημα, δεν βρίσκεται στο πλαστό δίλημμα, ή υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές, ή ακόμη ένα μαχαίρι σε μισθούς και συντάξεις, αλλά στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, είτε μικρής, είτε μεγάλης- και βεβαίως, στην ανάπτυξη. Κυρίως δε στην Ανάπτυξη, που είτε αρέσει αυτό, είτε όχι, περνά μέσα από τον ιδιωτικό τομέα και τις επενδύσεις του!

Τρίτον καταδεικνύει σε ποιο βαθμό οι μέχρι σήμερα διαπραγματεύσεις, στην αρχή με την τρόικα κι εν συνεχεία με τους θεσμούς, στηρίζονται σε ευχολόγια και μαγειρέματα αριθμών- και συνολικά των προγραμμάτων- προκειμένου να ικανοποιηθούν πρωτίστως πολιτικές ανάγκες, αντί πραγματικά να «βγαίνουν» οι αριθμοί. Και καταπίπτει ο μύθος ότι δήθεν οι δανειστές μας ζητούν όσα ζητούν με βάση την οικονομική λογική, κι όχι την ανάγκη τους να μπαλώσουν προηγούμενα λάθη.

Αυτή η ζοφερή κατάσταση ξεκίνησε με το πρώτο μνημόνιο, στο οποίο για όσους δεν θυμούνται η Ελλάδα θα γινόταν ξαφνικά… Γερμανία, σε επίπεδο αποτελεσματικότητας στο σχεδιασμό και την εφαρμογή δομικών μεταρρυθμίσεων και μέσα σε τρία χρόνια, θα ήταν -δήθεν- σε θέση να αποπληρώνει τόσο το παλαιά όσο και τα νέα χρέη της.

Βεβαίως όλα αυτά αναιρέθηκαν στην πράξη, δάνεια ετεροχρονίστηκαν και PSI έγιναν.Κι έκτοτε όμως, η επιστροφή στην πραγματικότητα, στα ελληνικά κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά δεδομένα, αλλά και την ευρύτερη συγκυρία (χωρίς τον συνυπολογισμό των οποίων δεν μπορούν να βγουν στοιχειωδώς ακριβείς προβλέψεις), γίνεται με αργούς, βασανιστικούς ρυθμούς, βασανιστικούς κυρίως για τους Έλληνες πολίτες που ζουν το δράμα στο πετσί τους.

Με την επιστολή της κας Λαγκάρντ, το ΔΝΤ φαίνεται επιτέλους ότι επιστρέφει στην πραγματικότητα των ελληνικών και διεθνών δεδομένων, προκειμένου να διασώσει ότι έχει απομείνει από το κύρος του.

Ζητά να αλλάξουν οι στόχοι του προγράμματος, από πλεόνασμα 3,5% το 2018 και εκείθεν, σε 1,5% με την προϋπόθεση μάλιστα ότι θα υπάρξει α) σωστή εφαρμογή του προγράμματος και β) αυστηρή δημοσιονομική επιτήρηση της Ελλάδας.

Γεγονός που συνεπάγεται βέβαια, μια πολύ γενναία «ρύθμιση» του ελληνικού χρέους εκ μέρους των Ευρωπαίων δανειστών μας. Διότι- και θα πρέπει να το σημειώσουμε αυτό- το ΔΝΤ προδιαγράφει τι θα πρέπει να κάνουν οι υπόλοιποι δανειστές, κι όχι το ίδιο, μιας και «ρύθμιση» χρεών προς αυτό δεν… προβλέπεται.

Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι η Ευρώπη δεν θα συναντήσει γρήγορα το ΔΝΤ σε αυτή την επιστροφή στην πραγματικότητα, όχι βεβαίως για οικονομικούς, αλλά για πολιτικούς λόγους.

Η γενναία ρύθμιση του ελληνικού χρέους, που ζητά το ΔΝΤ, βρίσκει για παράδειγμα κάθετα αντίθετη ως τώρα την Γερμανική κυβέρνηση, διότι πρόκειται για ένα πικρό ποτήρι που θα πρέπει να περάσει από τη Βουλή, προκαλώντας μεγάλο πολιτικό κόστος.Κι επειδή όταν τις αποφάσεις τις λαμβάνουν εν τέλει πολιτικοί, πάντα προσπαθούν να απομακρύνουν το πικρό ποτήρι, ως τη στιγμή που δεν θα γίνεται διαφορετικά.

Αυτό σημαίνει ότι το πιθανότερο είναι η Ελλάδα να συνεχίσει να κάνει ότι προσπαθεί να πιάσει άπιαστους στόχους, η Ευρώπη να κάνει ότι το πιστεύει και όλοι μαζί να «συζητούν» για το πώς και πόσο θα «ρυθμιστεί» το ελληνικό χρέος, με το ΔΝΤ να μην βάζει νέο χρήμα και να μετέχει -πρακτικά- μόνο ως «σύμβουλος». Όλα αυτά για αρκετό ακόμη χρονικό διάστημα.

Με λίγα λόγια, το… τόπι θα πάει κι άλλο παραπέρα, έως ότου να αναγκαστεί εκ των πραγμάτων η Ευρώπη να παραδεχτεί την πραγματικότητα και να κάνει τη μόνη κίνηση που μπορεί να δώσει βιώσιμη λύση στο ελληνικό πρόβλημα.

Αλλά ακόμη κι έτσι δεν αποκλείεται η λύση να μην έρθει μονομιάς, αλλά σε… δόσεις!

Κάπως σαν τις τράπεζες που ρυθμίζουν και μετά… ξαναρυθμίζουν τις οφειλές των πελατών τους, αντί να γράψουν μια κι έξω τη ζημία.

ΥΓ: Για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις, όλα τα ανωτέρω, δεν αναιρούν τα σημαντικά λάθη που έχουν γίνει, κι εξακολουθούν να γίνονται από τις ελληνικές κυβερνήσεις, σε ότι αφορά τον τρόπο με τον οποίο επέλεξαν να χειριστούν τα προγράμματα, αποφεύγοντας όπως ο διάολος το λιβάνι, τις πραγματικές μεταρρυθμίσεις.

Το γεγονός ότι η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να ζει και βασιλεύει, ότι η Παιδεία έχει τα χάλια της, ότι η γραφειοκρατία συνεχίζεται, ότι η απονομή δικαιοσύνης πηγαίνει με τον… αραμπά, ενώ ο ιδιωτικός τομέας θεωρείται από αναγκαίο… κακό έως σκέτο κακό, από τους δεξιούς και αριστερούς οπαδούς του κακώς εννοούμενου κρατισμού και του κομματισμού, αποτελούν εσωτερικές παθογένειες.

Εκείνες μας έφεραν στην κρίση και ,δυστυχώς, επί της ουσίας συνεχίζουν να υφίστανται και σήμερα...

(euro2day.gr, 08/05/2016)