Ο γεωπολιτικός και γεωοικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας έχει κυριαρχήσει στην παγκόσμια πολιτική από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ και καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας του Τζο Μπάιντεν.

Η ένταση αυτή κλιμακώθηκε περαιτέρω μετά την επιστροφή του προέδρου Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Από τις 20 Ιανουαρίου, η ταχύτητα και το εύρος των εσωτερικών και διεθνών εξαγγελιών του προέδρου Τραμπ, οι αμφιλεγόμενες επιλογές του στελεχών της κυβέρνησης και η καταιγιστική λήψη πολιτικών αποφάσεων έχουν προκαλέσει αναταράξεις τόσο στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη διεθνή κοινότητα.

Από γεωπολιτική σκοπιά, ο κόσμος βιώνει άνευ προηγουμένου ανακατατάξεις, καθώς οι σύμμαχοι, οι εταίροι και οι αντίπαλοι των ΗΠΑ σπεύδουν να αντιδράσουν σε έναν εμπορικό πόλεμο που σηματοδοτεί το τέλος της παγκοσμιοποίησης όπως τη γνωρίζαμε για δεκαετίες.

Στο επίκεντρο αυτής της κλιμακούμενης αντιπαράθεσης βρίσκεται η αποφασιστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να αποκτήσουν τεχνολογική ηγεμονία, κυριαρχώντας στις τεχνολογίες της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, με ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο φρενήρης πλέον αγώνας για τεχνολογική υπεροχή οφείλεται στην αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η Κίνα έχει καταφέρει, με ταχύτητα και προσήλωση, να πρωτοστατήσει στην καινοτομία, στον σχεδιασμό και στην προσιτή παραγωγή αυτών των τεχνολογιών – κάτι που μέχρι πρόσφατα φαινόταν αδιανόητο. Επιπλέον, η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, που συμφωνήθηκε από τη διεθνή κοινότητα στο Παρίσι το 2015 –με έμφαση στην ηλεκτροκίνηση των μεταφορών και την παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας– έχει επίσης θέσει την Κίνα στην πρωτοπορία.

Για αυτές τις δύο κοσμογονικές βιομηχανικές μεταβολές, πόροι όπως οι σπάνιες γαίες –μια ομάδα 17 στοιχείων του περιοδικού πίνακα που χρησιμοποιούνται κυρίως σε προηγμένες τεχνολογικές εφαρμογές, όπως στα smartphones, στους μαγνήτες ανεμογεννητριών, τους κινητήρες ηλεκτρικών οχημάτων, τους φθορίζοντες λαμπτήρες, αλλά και για αμυντικές εφαρμογές και ιατρικές διαγνωστικές συσκευές όπως οι μαγνητικοί τομογράφοι– έχουν καταστεί απαραίτητες πρώτες ύλες. Ωστόσο, δεν είναι οι μόνες απαιτούμενες ύλες. Οι βιομηχανικές χώρες έχουν καταρτίσει εκτενείς λίστες κρίσιμων ορυκτών που περιλαμβάνουν το λίθιο, το κοβάλτιο, τον χαλκό, το νικέλιο, το αντιμόνιο, το γάλλιο, το γερμάνιο και τον γραφίτη. Ετσι, οι ορυκτοί πόροι έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Αυτά τα κρίσιμα ορυκτά και οι εφοδιαστικές αλυσίδες που τα περιλαμβάνουν βρίσκονται πλέον καθημερινά στην επικαιρότητα. Η ανεμπόδιστη πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους –που στο παρελθόν θα θεωρούνταν απλώς ένα εμπορικό ζήτημα– έχει μετατραπεί σε γεωπολιτικό στοίχημα, με τις ΗΠΑ να δηλώνουν ακόμα και την πρόθεσή τους να αγοράσουν ή να καταλάβουν τη Γροιλανδία. Πρόσφατα, οι ορυκτοί πόροι έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη και ως όρος για τη συνέχιση της αμερικανικής εμπλοκής στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ουκρανίας. Με άλλα λόγια, τα ορυκτά μπορούν πλέον να αποκτηθούν είτε ειρηνικά, είτε με τη βία, είτε με συναλλακτικές πρακτικές.

Είναι θλιβερό το γεγονός ότι τα κρίσιμα ορυκτά –τα οποία τροφοδοτούν τις νέες τεχνολογίες– έχουν προκαλέσει μια νέα κούρσα ανταγωνισμού που θυμίζει αποικιοκρατικές πρακτικές του παρελθόντος, όταν συγκεκριμένα έθνη αντιμετωπίζονταν αποκλειστικά ως περιοχές εξόρυξης και εκμετάλλευσης. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια φαινόταν ότι η παγκόσμια κοινότητα είχε μάθει από τις αδικίες του παρελθόντος και είχε προχωρήσει μπροστά. Τελικά αποδεικνύεται πως αυτό ήταν ανακριβές.

Επιπλέον, η υπερβολή που χαρακτηρίζει τις ανακοινώσεις γύρω από τα κρίσιμα αυτά ορυκτά επισκιάζει τα εξής σημαντικά γεγονότα. Πρώτον, πολλοί από τους αναντικατάστατους ορυκτούς πόρους που παρουσιάζονται ως άμεσα διαθέσιμοι δεν έχουν καν ξεπεράσει το πρώτο στάδιο της εξερεύνησης. Η ανακάλυψη ενός κοιτάσματος, η χαρτογράφησή του, η εξέταση της ποιότητας του μεταλλεύματος και η αξιολόγηση της οικονομικής του βιωσιμότητας για εξόρυξη είναι μια μακρά και οικονομικά δαπανηρή διαδικασία. Απαιτεί πολυετή σχεδιασμό για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση και, φυσικά, ένα σταθερό πολιτικό περιβάλλον που να προσελκύει επενδύσεις. Ποια εταιρεία θα ρίσκαρε ίδια κεφάλαια (χωρίς κρατική επιχορήγηση, δηλαδή πλήρη χρηματοδότηση με χρήματα των φορολογούμενων πολιτών) για να επενδύσει σε μια περιοχή όπου επικρατεί αστάθεια και το να ξεσπάσει ένα πόλεμος είναι πολύ πιθανό;

Είναι σημαντικό επίσης να σημειωθεί ότι απαιτείται πάνω από μια δεκαετία για μπορέσει ένα νέο ορυχείο να μπει σε λειτουργία. Οι αδιάκριτες και ίσως παραπλανητικές ή ψευδείς δηλώσεις για συμφωνίες ορυκτών και εδαφικές κατακτήσεις ως μέσο απόκτησης πόρων υπονομεύουν το πνεύμα συνεργασίας που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μεταξύ του ανεπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου – όπου βρίσκεται η πλειονότητα των πόρων. Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα ή στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση για όλους, εάν οι ίδιοι οι πόροι μετατραπούν σε ζητήματα ασφαλείας και αν οι δεσμοί αλληλεξάρτησης διαρραγούν.

Είναι πλέον σαφές ότι το χάος που διαπερνά την παγκόσμια τάξη καθιστά σχεδόν αδύνατη την αποτελεσματική, δίκαιη και οργανωμένη επιτυχία της απανθρακοποίησης και της ψηφιοποίησης. Ωστόσο, εάν τα κράτη καταφέρουν να μειώσουν την ένταση της συγκρουσιακής ρητορικής και πολιτικής αντίληψης, θα παρατηρήσουν δύο αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Η απανθρακοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας θα συνεχιστεί παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, εγκατέλειψαν την Συμφωνία του Παρισιού, ακυρώνουν την Πράσινη Συμφωνία του Μπάιντεν, εγκαταλείπουν την παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στρέφονται ξανά στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Θα συνεχιστεί επειδή τα κράτη σε όλο τον κόσμο βιώνουν τις αδιαμφισβήτητες επιπτώσεις ενός πλανήτη που θερμαίνεται.

Επιπλέον, οι πόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου βλέπουν τον εξηλεκτρισμό των μεταφορών και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως τον τρόπο να μειώσουν το αποπνικτικό νέφος που τις πνίγει. Τα ηλεκτρικά οχήματα και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι διαθέσιμα επειδή η Κίνα έχει καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει τον κώδικα παραγωγής και να τα καταστήσει οικονομικά προσιτά.

Για την Ευρωπαϊκή Ενωση, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνει σταθερή στην πορεία της και να αναπτύξει τις νέες τεχνολογίες σε προσιτές τιμές, διότι, αν δεν το κάνει, η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα βρεθεί χωρίς αγορές για να πουλήσει τα προϊόντα της – καθώς μάλιστα η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί μια από τις παγκοσμίως πρωτοπόρες και αναγνωρισμένες βιομηχανίες της Ευρώπης.

Στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης –που μαζί με τις αμυντικές δαπάνες αποτελούν τις βασικές προτεραιότητες των επενδύσεων– το πιο πρόσφατο σχέδιο της Ευρώπης, η «Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας», προωθεί την καινοτομία και αναπτύσσει την τεχνογνωσία στο εσωτερικό της. Επιπλέον, παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συνεχιζόμενη πράσινη μετάβαση της οικονομίας της, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ.

Χωρίς κρίσιμα ορυκτά, όμως, αυτές οι μεταβάσεις δεν θα είναι δυνατές. Ηδη, η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει αναλάβει πολυδιάστατες πρωτοβουλίες για να διασφαλίσει την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών της αλυσίδων. Η διπλωματία πρώτων υλών, οι πολιτικές παρεμβάσεις, η χρηματοδότηση, η δημιουργία θεσμών (όπως η Ευρωπαϊκή Συμμαχία Μπαταριών και η Ευρωπαϊκή Συμμαχία Κρίσιμων Ορυκτών) και η διπλωματική προσέγγιση προς εταίρους με πλούσιους φυσικούς πόρους αποτελούν εργαλεία μέσω των οποίων η Ε.Ε. μπορεί να συνεχίσει να συνεργάζεται με την Κίνα, χωρίς όμως να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτήν.

Η Ε.Ε. θα πρέπει να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πολυμερούς συντονισμένης απάντησης στον ανταγωνισμό για τα κρίσιμα ορυκτά, διασφαλίζοντας ότι ο εθνικισμός των πόρων και οι αρπακτικές πρακτικές δεν θα καταστούν το κυρίαρχο πλαίσιο για την απόκτησή τους. Η αξιοποίηση διεθνών οργανισμών, όπως η IRENA, τα Ηνωμένα Εθνη και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, μπορεί να μετριάσει τις γεωπολιτικές εντάσεις.

Η Ε.Ε. βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος, αλλά έχει την δυνατότητα να αξιοποιήσει τη ρυθμιστική της δύναμη, τις εκτενείς παγκόσμιες συνεργασίες και την τεχνογνωσία της στον καθορισμό προτύπων ώστε αποτελέσει φάρο ελπίδας σε έναν κόσμο που μοιάζει να έλκεται από την καταστροφική προοπτική ενός πολέμου.

 

*Η Σοφία Καλαντζάκου είναι Καθηγήτρια Περιβάλλοντος και Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης/NYUAD.

(Πηγή: Η Καθημερινή)

 

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr