Oι ΗΠΑ εμφανίζονται πιο κοντά από ποτέ στην επίτευξη του στόχου περί ενεργειακής αυτάρκειας. Ενός στόχου που έθεσε η χώρα μετά το αραβικό εμπάργκο πετρελαίου του 1973, το οποίο είχε πυροδοτήσει ύφεση και δημιουργήσει ατέλειωτες ουρές στα πρατήρια βενζίνης της χώρας. Οπως δείχνουν τα στοιχεία, η εγχώρια παραγωγή πετρελαίου βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων οκτώ ετών.

Oι ΗΠΑ εμφανίζονται πιο κοντά από ποτέ στην επίτευξη του στόχου περί ενεργειακής αυτάρκειας. Ενός στόχου που έθεσε η χώρα μετά το αραβικό εμπάργκο πετρελαίου του 1973, το οποίο είχε πυροδοτήσει ύφεση και δημιουργήσει ατέλειωτες ουρές στα πρατήρια βενζίνης της χώρας. Οπως δείχνουν τα στοιχεία, η εγχώρια παραγωγή πετρελαίου βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων οκτώ ετών. Παράγεται δε τόσο φυσικό αέριο ώστε είναι πιθανό η κυβέρνηση να εγκρίνει τη δημιουργία τερματικού σταθμού εξαγωγών, ενώ μόλις πριν από τέσσερα χρόνια έκανε λόγο για ζωτική ανάγκη αύξησης των εισαγωγών της.

Το επίτευγμα αυτό εκτιμάται ότι θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να γίνουν η κορυφαία χώρα-παραγωγός ενέργειας του κόσμου ώς το 2020, με ό,τι αυτό σημαίνει για την οικονομία και την εθνική ασφάλειά τους: τόνωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών, της απασχόλησης και των κρατικών εσόδων, μείωση του εμπορικού ελλείμματος, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου μεταποίησης και μεγαλύτερη ευελιξία στην αντιμετώπιση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, με την τιμή του αργού στα επίπεδα των 100 δολαρίων το βαρέλι, η μείωση των πετρελαϊκών εισαγωγών κατά 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως –που εικάζεται ότι θα επιτευχθεί το 2020– θα αποφέρει συρρίκνωση του ελλείμματος κατά 145 δισ. δολάρια. Το έλλειμμα έφθανε τα 513 δισ. τους πρώτους 11 μήνες του 2011. Σε ό,τι αφορά την εθνική ασφάλεια, αρκεί να σημειώσουμε ότι οι ΗΠΑ κάλυψαν τις ανάγκες τους σε εισαγωγές αργού και πετροχημικών κατά 15% από τις χώρες του Περσικού το 2010, έναντι 23% το 1999.

Η ενεργειακή αυτάρκεια των ΗΠΑ αυξάνεται σταθερά από το 2005, όταν είχε υποχωρήσει στο 70%. Σημειωτέον ότι το 1952 ήταν η τελευταία χρονιά κατά την οποία επετεύχθη η αυτάρκεια στη χώρα, με τις εξαγωγές της –ιδίως λιθάνθρακα– να υπερτερούν των εισαγωγών, έστω και αν ακόμα εισήγαγε κάποιες ποσότητες πετρελαίου. Η εγχώρια παραγωγή αργού αυξήθηκε πέρυσι κατά 3,6%, κατά μέσον όρο στα 5,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως, επίπεδο που είναι το υψηλότερο από το 2003. Εκείνη του φυσικού αερίου αναρριχήθηκε στα 22,4 τρισ. κυβικά πόδια το 2010, έναντι 20,2 τρισ. το 2007. Από το 2008 οι τιμές έχουν υποχωρήσει περισσότερο από 80%. Στη μείωση των εισαγωγών ενέργειας συνέβαλε και η παραγωγή λιγότερο ενεργοβόρων επιβατικών οχημάτων.

Προς το παρόν, η εξέλιξη συμβάλλει στη διεύρυνση της διαφοράς τιμής (πάνω από τα 20 δολάρια το βαρέλι, χθες, για πρώτη φορά από τον Οκτώβριο) μεταξύ του αργού που διατίθεται στην αγορά της Νέας Υόρκης και του πετρελαίου Βrent σε εκείνη του Λονδίνου.

Στα υψηλά 6μήνου

Το τελευταίο άγγιξε και χθες υψηλά εξαμήνου, ξεπερνώντας τα 116 δολάρια το βαρέλι, με το δριμύ ψύχος στην Ευρώπη να αυξάνει κατακόρυφα την κατανάλωση, τους φόβους για την κρίση χρέους να ωθούν σε επενδυτικά καταφύγια και τα διυλιστήρια να αναζητούν εναλλακτικές λύσεις στο «απαγορευμένο» ιρανικό πετρέλαιο. Την ίδια ώρα, η τιμή του αργού της Νέας Υόρκης υποχωρούσε κάτω από τα 96 δολάρια το βαρέλι, στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων έξι εβδομάδων, πριν ακόμη δοθούν στη δημοσιότητα στοιχεία που προβλεπόταν να δείξουν αύξηση των αμερικανικών αποθεμάτων την περασμένη εβδομάδα.

Φυσικά, η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και αερίου έχει επιπτώσεις. Σύμφωνα με οικολογικές οργανώσεις, σε αυτές συγκαταλέγεται η μόλυνση υδροφόρου ορίζοντα και καλλιεργειών λόγω της υδρορωγμάτωσης (fracking), διαδικασίας εξόρυξης αερίου από σχιστολιθικά πετρώματα. Παράλληλα, η πτώση των τιμών του αερίου καθιστά λιγότερο ελκυστική τη χρήση εναλλακτικών μορφών ενέργειας όπως η ηλιακή, η αιολική, ακόμη και η αμφιλεγόμενη πυρηνική.

(από Bloomberg / Καθημερινή)