Επίδομα θέρμανσης που θα διαφοροποιείται ανάλογα με βάση τις πραγματικές ανάγκες ανά οικισμό, όπως θα προκύπτουν από τα δεδομένα της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, καθιερώνει το υπουργείο Οικονομικών, με τη συνολική δημοσιονομική δαπάνη να αυξάνεται καθώς, ανάλογα με τη συμμετοχή, θα κυμαίνεται μεταξύ των 85 και 94 εκατ. ευρώ. Με βάση δε το νέο καθεστώς που προωθείται

από το οικονομικό επιτελείο, στα επιδοτούμενα καύσιμα θα προστεθούν κι άλλα, όπως το φυσικό αέριο, το υγραέριο, ξύλα και πέλετ, όμως τα τελευταία για λόγους περιβαλλοντικούς μόνο στους μικρότερους οικισμούς, κάτω των 2.500 χιλιάδων κατοίκων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι βάσει του υπάρχοντος σχεδιασμού και ακολουθώντας τα διεθνή πρότυπα, η νέα μεθοδολογία εκτίμησης των αναγκών θέρμανσης στηρίζεται στη χρήση των βαθμοημερών (Heating Degree-days). Σύμφωνα με τα πρότυπα, ένα κτήριο χρειάζεται θέρμανση όταν η μέση θερμοκρασία είναι κάτω από τη θερμοκρασία βάσης, που ορίζεται στους 15,5 C. Για κάθε βαθμό μέσης ημερήσιας θερμοκρασίας κάτω των 15.5 C έχουμε μία βαθμοημέρα. Επομένως, αν η μέση θερμοκρασία μίας περιοχής είναι 10C, χρειάζονται 5,5 βαθμοημέρες θέρμανσης.

Χρησιμοποιώντας τις μετρήσεις θερμοκρασίας αέρα για 60 μετεωρολογικούς σταθμούς της ΕΜΥ σε χρονικό διάστημα 30 ετών, υπολογίστηκε ο μέσος αριθμός βαθμοημερών ανά έτος και στη συνέχεια, με ψηφιακό μοντέλο εδάφους, μελετήθηκε η συσχέτιση των βαθμοημερών με σειρά γεωφυσικών παραμέτρων (π.χ. γεωγραφικό πλάτος, υψόμετρο, ακτινοβολία, προσανατολισμό, κλίση του εδάφους, απόσταση από τη θάλασσα). Η συσχέτιση ήταν ικανοποιητικά υψηλή (>90%), επιτρέποντας έτσι την εκτίμηση των αναγκών θέρμανσης ανά περιοχή.

Από 210 έως 3.000 βαθμοημέρες

Στη συγκεκριμένη ανάλυση η ελληνική επικράτεια χωρίστηκε σε 200.000 τετράγωνα 750 μ. x 750 μ., στα οποία εκτιμήθηκαν οι βαθμοημέρες θέρμανσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μεθοδολογίας αυτής, στις νότιες παραθαλάσσιες περιοχές οι βαθμοημέρες ξεκινούν από περίπου 210 ετησίως, στις βόρειες ορεινές περιοχές φτάνουν τις 2.600 για υψόμετρο 1.500 μ. και ξεπερνούν τις 3.000 για πολύ ορεινές περιοχές.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, το επίδομα θα είναι διαφορετικό σε κάθε πόλη, χωριό και οικισμό και έτσι θα υπάρχουν διαφορετικοί συντελεστές με βάση τις βαθμοημέρες, με συντελεστές που θα είναι τελείως διαφορετικοί ακόμα και μέσα στον ίδιο δήμο. Παράδειγμα: στην Κάρπαθο, σε οικισμό στη θάλασσα είναι 257 και στο βουνό 1.401, ενώ στην Πιερία υπάρχει στον ίδιο δήμο οικισμός με 1.220 βαθμοημέρες και οικισμός με 3.873 βαθμοημέρες.

Το ελάχιστο επίδομα, ανεξαρτήτως βαθμοημερών, θα παραμείνει το ίδιο, ενώ το μέγιστο θα προσαρμόζεται αναλογικά, ξεπερνώντας στους ορεινούς οικισμούς με μεγάλες θερμαντικές ανάγκες κατά πολύ το παλαιό μέγιστο επίδομα.

Τα κριτήρια του επιδόματος

Τα εισοδηματικά και κοινωνικά κριτήρια του επιδόματος θα μείνουν τα ίδια, ενώ για να δικαιούνται επίδομα θέρμανσης όσοι χρησιμοποιούν εναλλακτικά καύσιμα (φυσικό αέριο, υγραέριο, ξύλο και πέλετ στους μικρούς ορεινούς οικισμούς), θα πρέπει να προσκομίσουν αριθμούς τιμολογίων και ΑΦΜ προμηθευτή για διπλάσιας τουλάχιστον αξίας τιμολόγια των σχετικών καυσίμων που θα έχουν πληρωθεί ηλεκτρονικά (περιλαμβάνεται εδώ και η τραπεζική κατάθεση και ο αγροτικός ταχυδρόμος, για να διευκολύνονται και οι κάτοικοι των μικρών χωριών). Η περίπτωση του φυσικού αερίου που γίνεται με λογαριασμούς θα αντιμετωπιστεί διαφορετικά. Το επίδομα θα καταβληθεί τον Δεκέμβριο και προηγουμένως θα έχει εκδοθεί η σχετική Υπουργική Απόφαση τον Νοέμβριο.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης, που ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία σε συνεργασία με την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, δήλωσε ότι με το νέο σύστημα «τα χρήματα του επιδόματος θέρμανσης θα δίνονται με πολύ μεγαλύτερη δικαιοσύνη και αποτελεσματικότητα, αφού το επίδομα θα βασίζεται στις ώρες θέρμανσης που, κατά μέσο όρο, πραγματικά χρειάζεται σε ετήσια βάση κάθε νοικοκυριό, και θα είναι διαφορετικό ανάλογα με τις ειδικές μετεωρολογικές και κλιματικές συνθήκες που υπάρχουν σε κάθε χωριό και γειτονιά».

Επισημαίνεται ότι η μελέτη της ΕΜΥ έγινε χωρίς καμία επιβάρυνση του Δημοσίου και θα αξιοποιηθεί και από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας στο επόμενο πρόγραμμα «Εξοικονομώ», καθώς και για πολεοδομικούς σκοπούς.

(Από τη Ναυτεμπορική)