Ένα από τα πλεονεκτήματα της αργοπορίας είναι ότι έχει κανείς την ευκαιρία να μάθει από τους πρωτοπόρους. Και μάλιστα περισσότερο από τις αποτυχίες παρά από τις επιτυχίες τους. Άλλωστε οι αιτίες της αποτυχίας είναι συχνά πιο εμφανείς από αυτές της επιτυχίας. Θέλουμε λοιπόν να βάλουμε έξυπνους μετρητές στην Ελλάδα. Το ίδιο ήθελαν και οι Βρετανοί. Ξεκινώντας από το 2011 είναι μπροστά μας περίπου 10 χρόνια. Τι συνέβη λοιπόν εκεί; Τι μαθήματα μπορούμε να πάρουμε;

Οι Βρετανοί αποφάσισαν, όπως και εμείς, να τοποθετήσουν μετρητές το γρηγορότερο δυνατό σε όλους τους καταναλωτές - ακόμα και τους μικρούς οικιακούς και εμπορικούς (σε αντίθεση με τους Γερμανούς που έβαλαν σε προτεραιότητα καταναλωτές μεγαλύτερους των 6 Mwh τον χρόνο). Ο αριθμός τους είναι 50 εκατομμύρια (28 ηλεκτρισμού και 22  φυσικού αερίου). Αρχικός στόχος ήταν η εγκατάσταση να γίνει μέχρι το 2020. Το αποτέλεσμα; μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020 μόνο 40% περίπου του στόχου έχει επιτευχθεί - περίπου 22 εκατομμύρια μετρητές. Αλλά ακόμα και αυτός ο αριθμός είναι παραπλανητικός. 

Γιατί από τα 22 εκατομμύρια που έχουν εγκατασταθεί, οι περισσότεροι - γύρω στα 17 εκατομμύρια είναι παλιότερων προδιαγραφών (SMETS1) οι οποίες δεν υποστηρίζουν την αλλαγή προμηθευτή και έχουν περιορισμένη λειτουργικότητα. Μόνο 5 εκατομμύρια μετρητές είναι σύγχρονων προδιαγραφών (SMETS2). Οι μετρητές SMETS1 είναι από ότι φαίνεται ανενεργοί προς το παρόν, τουλάχιστον ως προς την εξυπνάδα τους και την δυνατότητά τους να λειτουργήσουν για διαφορετικούς προμηθευτές.

Η αιτία βρίσκεται στο ότι οι Βρετανοί αποφάσισαν να αναθέσουν την εγκατάσταση των μετρητών στους προμηθευτές (και όχι στους διαχειριστές του Δικτύου). Οι προμηθευτές ερμήνευσαν αυτή την εντολή (η οποία δόθηκε στα πλαίσια της άδειας λειτουργίας τους) με στενό τρόπο. Τοποθέτησαν  τους μετρητές με σκοπό να "κλειδώσουν" τον πελάτη.

Αυτό διορθώθηκε στην πορεία. Θεσμοθετήθηκε ένα νέο πρότυπο (το SMETS2) και ιδρύθηκε μια εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που ανέλαβε την ανάπτυξη και την διαχείριση του τηλεπικοινωνιακού δικτύου και της διαχείρισης της βάσης δεδομένων των μετρητών, η Data Communications Company (www.smartdcc.co.uk). H εταιρεία αυτή έχει πλέον τη ευθύνη της λειτουργίας του δικτύου και των δεδομένων των μετρητών. Έχει εγκαταστήσει ήδη περίπου 5 εκατομμύρια και παράλληλα τρέχει πρόγραμμα μετάβασης των παλιότερων SMETS1 στο νέο πρότυπο (Οι οποίοι πάντως δεν μετρούν στην εκπλήρωση των στόχων που έχουν τεθεί από το κράτος στους προμηθευτές).

Ποια είναι τα διδάγματα που θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από την βρετανική εμπειρία;

Το σημαντικότερο είναι ότι η ορθή καταρχήν επιλογή του να δώσουν στους Προμηθευτές την ευθύνη για την εγκατάσταση έγινε με λανθασμένο τρόπο. Γιατί συνδύασαν την σταλινική νοοτροπία της θέσης στόχων και της επίτευξής τους με κάθε μέσο, με την ορθολογική νοοτροπία της αγοράς. Πράγματι οι προμηθευτές ήταν οι καταλληλότεροι να αποφασίσουν σε ποιους πελάτες τους θα έπρεπε να εγκαταστήσουν μετρητές κατά προτεραιότητα. Αντί γι' αυτό, υπό την απειλή των προστίμων για την μη επίτευξη των στόχων, προτίμησαν να αξιοποιήσουν την υποχρέωση εγκαθιστώντας μετρητές που δυσκόλευαν την αλλαγή προμηθευτή - καμία έκπληξη. Το αποτέλεσμα ήταν α) να μην επιτευχθεί οι στόχος του 100% μέχρι το 2020 β) οι μετρητές που εγκαταστάθηκαν να έχουν περιορισμένη λειτουργικότητα και να δυσχεραίνουν τη αλλαγή προμηθευτή γ) κανένα προϊόν ή υπηρεσία να μην έχει προσφερθεί εδώ και χρόνια μετά την εγκατάστασή τους. 

Οι Βρετανοί διόρθωσαν το λάθος τους με την δημιουργία της προαναφερθείσας DCC. Τα δημοσιευμένα στοιχεία της εταιρίας αυτής μας δίνουν την δυνατότητα να εκτιμήσουμε κατ' αναλογία το σχετικό κόστος ώστε να κάνουμε με την σειρά μας τους δικούς μας υπολογισμούς. Το κόστος λοιπόν της εταιρείας (SmartDCC) είναι (καθότι μη κερδοσκοπική) ο ετήσιος κύκλος εργασιών της ήτοι 500 εκατομμύρια λίρες δηλαδή γύρω στα 700 εκατομμύρια ευρώ. Αν κάνουμε μια αναγωγή στο σύνολο των μετρητών κοστίζει 14 ευρώ ο μετρητής τον χρόνο. Αυτό μας δίνει μια πρώτη εκτίμηση του κόστους εξυπηρέτησης για τα 9 εκατομμύρια μετρητών ηλεκτρισμού και αερίου στην χώρα μας: 126 εκατομμύρια εύρω. Το ποσό αυτό είναι προφανώς μια χαμηλή εκτίμηση δεδομένου ότι μεγάλο μέρος του κόστους είναι σταθερό (ανεξάρτητο από τον αριθμό των μετρητών). Ένα ποσό γύρω στα 200 εκατομμύρια τον χρόνο φαίνεται λογικό. (Οι Βρετανοί όταν μιλούν για έξυπνους μετρητές περιλαμβάνουν πάντα και το φυσικό αέριο).

Οι Βρετανοί δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην τοποθέτηση συσκευών παρακολούθησης της κατανάλωσης σε πραγματικό χρόνο (In Home Display).  Αυτό γιατί έχουν πεισθεί ότι ένα πρώτο σημαντικό όφελος από την χρήση των έξυπνων μετρητών είναι η εξοικονόμηση ενέργειας (Να σημειωθεί όμως ότι άργησαν να λύσουν το πρόβλημα των διατάξεων μετρητών σε πολυκατοικίες - δηλαδή μετρητών σε μεγάλη απόσταση από τις κατοικίες). 

Οι Βρετανοί έχουν αποφασίσει να κοινωνικοποιήσουν το κόστος της εγκατάστασης των έξυπνων μετρητών. Ο καταναλωτής, εφόσον το επιλέξει, δεν χρεώνεται τίποτα. Το κόστος πληρώνεται μέσω των χρεώσεων δικτύου. Αυτή είναι μια λανθασμένη απόφαση (επίσης σταλινικού χαρακτήρα όπως και το πεντάχρονο πλάνο). Γιατί μηδενίζει τα κίνητρα τόσο του καταναλωτή όσο και του προμηθευτή να πάρουν στη απόφαση ορθολογικά. Στην Ελλάδα, στο θέμα της ψηφιοποίησης της επίγειας τηλεόρασης αποφασίσαμε (σωστά) να επιρριφθεί το κόστος στον τηλεθεατή που αναγκάστηκε να αγοράσει νέα συσκευή τηλεόρασης ή αποκωδικοποιητή. Μαθαίνοντας από το Βρετανικό λάθος και βασιζόμενοι στο ελληνικό προηγούμενο θα είναι εύκολο να πάρουμε την  σωστή απόφαση - μειώνοντας έτσι έστω κα σε ένα βαθμό την ανάγκη χρηματοδότησης. Άλλωστε ο καταναλωτής ευλόγως θα πρέπει να περιμένει μια απόδοση σε μορφή νέων υπηρεσιών.
  
Παράδειγμα τέτοιων υπηρεσιών έχουμε από την Βρετανία (με τους νέους μετρητές SMETS2 και την βοήθεια του SmartDCC!). Καταναλωτές που έχουν ηλεκτρικό αυτοκίνητο (και έξυπνο μετρητή) μπορούν να πωλήσουν στο ηλεκτρικό σύστημα υπηρεσίες εξισορρόπησης (που μας έχουν ταράξει εδώ στην χώρα μας τελευταία) με την μπαταρία τους. Ο προμηθευτής ομαδοποιεί (δρα ως aggregator) μέσω του έξυπνου δικτύου την διαθέσιμη ισχύ των μπαταριών και την προσφέρει στο δίκτυο έναντι αμοιβής που πιστώνει στον λογαριασμό του καταναλωτή/παραγωγού (είναι ο περίφημος "Prosumer"!)

Συνοψίζοντας τα διδάγματα (ή τα ερωτήματα) που αναφύονται από την βρετανική εμπειρία:

Αν δεν θέλουμε να ακολουθήσουμε το γερμανικό παράδειγμα, είναι καλό να δώσουμε την ευθύνη στους προμηθευτές να εγκαταστήσουν τους μετρητές αλλά με τον σωστό τρόπο. Θα πρέπει να λειτουργήσουν με βάση πρότυπο που δεν θα δημιουργεί κίνητρο για "κλείδωμα" των πελατών. Δεν θα πρέπει να τεθούν στόχοι παρά μόνο για λειτουργίες που θεωρούνται κοινωνικά απαραίτητες (πχ προπληρωμή σε προμηθευτές καθολικής υπηρεσίας, εξοικονόμηση ενέργειας, νέες παροχές, αντικατάσταση λόγω βλάβης/τεχνικής απαξίωσης). Να μην ξεχάσουμε και το φυσικό αέριο.
Θα χρειαστεί να γίνει μια μεγάλη επένδυση όχι μόνο στην εγκατάσταση των μετρητών αλλά και για το σύστημα διαχείρισης των δεδομένων των οποίων η αύξηση θα είναι εκρηκτικών διαστάσεων.

Εκτός από την επένδυση στην βάση δεδομένων, τις αναγκαίες εφαρμογές και το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν το τεράστιο λειτουργικό κόστος τους. Ένα ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι αν ο ΔΕΔΔΗΕ έχει τα προσόντα για να αναλάβει το έργο αυτό. (Υπάρχει το προηγούμενο στις τηλεπικοινωνίες όπου την βάση δεδομένων των αριθμών τηλεφώνου την διαχειρίζεται ανεξάρτητη από τους παρόχους εταιρία εξασφαλίζοντας το number portability ). 

Όσον αφορά τον χρονικό προγραμματισμό του έργου, η βρετανική εμπειρία υποδεικνύει ότι η επένδυση στην βάση δεδομένων και την τηλεπικοινωνιακή υποδομή πρέπει να ξεκινήσει αμέσως παράλληλα με την εγκατάσταση μετρητών - οι οποίοι όμως θα πρέπει να συνδεθούν με συγκεκριμένη λειτουργικότητα που μπορεί να παρασχεθεί χωρίς διασύνδεση. Η προπληρωμή είναι η προφανής επιλογή. Να σημειωθεί ότι το In Home Display επίσης δεν απαιτεί διασύνδεση και θα είναι ένα καλό κίνητρο για την στρατολόγηση των πρώτων καταναλωτών (των "early adopters" - προσοχή όμως στις πολυκατοικίες!).
Τέλος προτείνεται σε αντίθεση με τους Βρετανούς (και τους περισσότερους ευρωπαίους από όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε) να υπάρχει συμμετοχή του καταναλωτή στην επένδυση. Θα διασφαλίσουμε έτσι την αποτελεσματικότερη χρήση των σπανιζόντων κεφαλαιουχικών πόρων της οικονομίας μας. (Η αναγκαστική συμμετοχή των καταναλωτών στο κόστος της παροχής τους αποτελεί άλλωστε μια δοκιμασμένη και επιτυχημένη πρακτική της ΔΕΗ)

Σημειώσεις:

1.Ένα μειονέκτημα της ευθύνης στους προμηθευτές είναι ότι δεν υπάρχει γεωγραφική συγκέντρωση των πελατών τους που αυξάνει το κόστος εγκατάστασης. 

2.Η DCC ιδρύθηκε το 2013 και άρχισε να λειτουργεί το 2016. 

3.Η χρησιμότητα των In Home Displays έχει αμφισβητηθεί - έχουν προταθεί εναλλακτικά οι συσκευές του καταναλωτή (κινητό, υπολογιστής κλπ.). 

4.Το κόστος είναι 215 λίρες ανά μετρητή. Έχει αναθεωρηθεί πρόσφατα +15%=247 λίρες ή 285 ευρώ. Για 9 εκατ. παροχές στην Ελλάδα 2,6 δισ. ευρώ.

5.Οι Βρετανοί έχουν αποφασίσει ότι οι έξυπνοι μετρητές είναι προαιρετικοί - ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να πεί όχι. Για αυτό και επενδύουν στην Smart Energy GB οργανισμό που προωθεί την ιδέα για να πείσει τον λαό.

Από allazorevma.gr