Στα σχολικά μου βιβλία, που διάβαζα τη δεκαετία του '50 και του '60, η Ευρώπη έμοιαζε με μυθική Γη της Επαγγελίας. Όταν έπλαθε τη νέα δημοκρατία του στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που είχε συνθλιβεί και διαμελιστεί στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (Mustafa Kemal Atatürk) πολέμησε μεν κατά του ελληνικού στρατού, αλλά αργότερα, με την υποστήριξη του ίδιου αυτού στρατού, επέβαλε έναν καταιγισμό κοινωνικού και πολιτιστικού εκσυγχρονισμού, που ήταν φιλοευρωπαϊκός και όχι αντιευρωπαϊκός
Στα σχολικά μου βιβλία, που διάβαζα τη δεκαετία του '50 και του '60, η Ευρώπη έμοιαζε με μυθική Γη της Επαγγελίας. Όταν έπλαθε τη νέα δημοκρατία του στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που είχε συνθλιβεί και διαμελιστεί στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (Mustafa Kemal Atatürk) πολέμησε μεν κατά του ελληνικού στρατού, αλλά αργότερα, με την υποστήριξη του ίδιου αυτού στρατού, επέβαλε έναν καταιγισμό κοινωνικού και πολιτιστικού εκσυγχρονισμού, που ήταν φιλοευρωπαϊκός και όχι αντιευρωπαϊκός.

Για να νομιμοποιήσει ακριβώς τις μεταρρυθμίσεις αυτές (που παρέμειναν στο κέντρο διαρκών αντιπαραθέσεων στην Τουρκία για τα 80 επόμενα χρόνια) και να ενισχύσει τις νέες ελίτ του νέου τουρκικού κράτους, οι Τούρκοι εκλήθησαν να ασπαστούν και να μιμηθούν μια «ροζ», φιλοδυτική, εκδοχή του ευρωπαϊκού ονείρου. Κατά τα άλλα τα σχολικά μου βιβλία ήταν σχεδιασμένα για να μας διδάξουν τα ενδεδειγμένα όρια μεταξύ κράτους και θρησκείας, το γιατί ήταν αναγκαίο να καταργηθούν τα τάγματα των δερβίσηδων, γιατί επιβαλλόταν να εγκαταλείψουμε το αραβικό αλφάβητο προς όφελος του λατινικού...

Ήταν επίσης γεμάτα ερωτήματα που προσπαθούσαν να λύσουν το γρίφο της μεγάλης ισχύος και επιτυχίας της Ευρώπης. «Περιγράψτε τους στόχους και τα επιτεύγματα της αναγεννήσεως» μας ρωτούσαν οι δάσκαλοι στις εξετάσεις ιστορίας. «Αν τύχαινε να καθόμαστε πάνω σε τόσο πετρέλαιο όσο οι 'Αραβες», ρωτούσαν οι πιο αφελείς συμμαθητές μου στο λύκειο, «θα είμαστε τόσο πλούσιοι και μοντέρνοι όσο οι Ευρωπαίοι;».

Μέχρι να τελειώσουμε το πρώτο έτος του πανεπιστημίου, ξέραμε απ' έξω την απάντηση: όχι, γιατί «ποτέ δεν περάσαμε από το διαφωτισμό». Ο 'Αραβας διανοούμενος του 14ου αιώνα Ιμπν Χαλντούν (Ibn Khaldun) έλεγε πως οι παρακμάζοντες πολιτισμοί συνηθίζουν να μιμούνται εκείνους που τους κατανίκησαν. Καθώς οι Τούρκοι ουδέποτε αποικιοποιήθηκαν από κάποια μεγάλη δύναμη, η «λατρεία της Ευρώπης» και η «απομίμηση της δύσης» ποτέ δεν απέκτησε τους αποκρουστικούς και επονείδιστους τόνους που βρίσκουμε στους Φραντς Φανόν (FranzFanon), Β. Σ Νάιπολ (V. S. Naipaul) ή Έντουαρντ Σαΐντ (Edward Said): βλέπαμε πάντα την Ευρώπη σαν τον ιστορικό μας προορισμό, ακόμα και σαν μια τεχνική αναγκαιότητα προσαρμογής. Αλλά αυτό το όνειρο της άσπιλης Ευρώπης, που ήταν άλλοτε τόσο πανίσχυρο ώστε ακόμα και οι πιο αντιδυτικοί πολιτικοί και διανοούμενοί μας να το ασπάζονται ενδόμυχα, έχει πλέον ξεφτίσει. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι η Τουρκία δεν είναι πια τόσο φτωχή όσο παλιότερα. Ή ίσως στο ότι δεν είναι πλέον μια αγροτική κοινωνία, που την κυβερνούν οι ένοπλες δυνάμεις της, αλλά ένα δυναμικό έθνος, με ισχυρή κοινωνία πολιτών. Κι ας μην ξεχνάμε πως τα τελευταία χρόνια οι ενταξιακές συνομιλίες της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έχουν βαλτώσει, χωρίς να διαφαίνεται διέξοδος.

Ούτε στην Ευρώπη, ούτε στην Τουρκία, δεν είναι ρεαλιστικό να ελπίζει κανείς στην πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ στο προσεχές μέλλον. Αλλά το να το παραδεχτούμε αυτό ρητά, θα ισοδυναμούσε με ένα τόσο συντριπτικό πλήγμα που θα κατεδάφιζε πλήρως τις σχέσεις Τουρκίας-Ευρώπης. Οπότε κανενός δεν του πάει η καρδιά να πει την αλήθεια. Την απογοήτευση της Τουρκίας και άλλων μη-δυτικών κρατών από την Ευρώπη τη γνωρίζω από πρώτο χέρι, από τα ταξίδια και τις συζητήσεις μου.

Εν πολλοίς τα προβλήματα στις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ οφείλονται στη συμμαχία που έχουν συμπτύξει ένα τμήμα του τουρκικού στρατού με μεγάλους ομίλους ΜΜΕ και τα εθνικιστικά κόμματα, και την επιτυχημένη εκστρατεία δολιοφθοράς των ενταξιακών συνομιλιών που εξαπέλυσαν. Οι ίδιοι πυροδότησαν τις διώξεις κατά εμού και πολλών ακόμα συγγραφέων, την εκτέλεση άλλων, και τη δολοφονία χριστιανών ιεραποστόλων και κληρικών. 

Υπάρχουν και συναισθηματικές αντιδράσεις με μεγάλη σημασία και για να κατανοήσετε καλύτερα τι εννοώ, το καλύτερο παράδειγμα είναι η Γαλλία: τον προηγούμενο αιώνα, διαδοχικές γενιές της τουρκικής ελίτ είχαν για πρότυπό τους τη Γαλλία, εμπνεόμενοι από το πώς κατανοούσε την εκκοσμίκευση και από την ηγετική της θέση στην εκπαίδευση, τη λογοτεχνία και τις τέχνες... Από την άποψή αυτή, το ότι η Γαλλία μεταβλήθηκε εδώ και πέντε χρόνια στην χώρα που αντιδρά πιο λυσσαλέα στην προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρώπη, ήταν μια τρομερά τραυματική και απογοητευτική εμπειρία. 

Αλλά το γεγονός που συσκότισε περισσότερο την εικόνα της Ευρώπης στις μη-δυτικές χώρες, και προκάλεσε αυθεντική οργή στην Τουρκία, ήταν η ανάμειξη της Ευρώπης στον πόλεμο του Ιράκ. Ο κόσμος ολόκληρος παρακολουθούσε την  Ευρώπη να σέρνεται από τον Μπους (Bush) στο παράνομο και άσπλαχνο αυτό πόλεμο, και να παραπλανιέται με ευκολία από τους πολεμοκάπηλους. Κοιτώντας την Ευρώπη από την Κωνσταντινούπολη και πέρα, το πρώτο που είναι ξεκάθαρο είναι πως η Ευρώπη (όπως και η ΕΕ) βρίσκεται σε σύγχυση όσον αφορά τα εσωτερικά της προβλήματα. Είναι σαφές πως οι Ευρωπαίοι και είναι πιο άπειροι από τους Αμερικανούς όσον αφορά το να ζουν με ανθρώπους που έχουν διαφορετική θρησκεία, χρώμα δέρματος, και πολιτιστική ταυτότητα από τη δική τους, αλλά και δε βλέπουν με ευχαρίστηση την προοπτική να κάνουν κάτι τέτοιο: η αντίστασή τους αυτή απλά επιδεινώνει τα προβλήματα της Ευρώπης.

Οι τελευταίες συζητήσεις στην Γερμανία για την κοινωνική ένταξη των ξένων και τον πολυπολιτισμό πιστοποιεί του λόγου το αληθές. Με την οικονομική κρίση να βαθαίνει και να επεκτείνεται, η Ευρώπη θα αναδιπλωθεί προσπαθώντας να συντηρήσει τον «αστικό» -με την έννοια που έδινε στον όρο ο Φλομπέρ (Flaubert)- χαρακτήρα της, αλλά αυτό δε θα λύσει τα προβλήματά της. Καθώς κοιτάζει την Κωνσταντινούπολη να γίνεται κάθε χρόνο και πιο ποικιλόμορφη και κοσμοπολίτικη, προσελκύοντας πλέον μετανάστες από ολόκληρη την Ασία και την Αφρική, δεν έχω καμία δυσκολία να φτάσω στο εξής συμπέρασμα: οι φτωχοί, άνεργοι και ανυπεράσπιστοι της Ασίας και της Αφρικής, που αναζητούν νέους τόπους να ζήσουν και να εργασθούν, δεν μπορεί να κρατηθούν επ' άπειρον έξω από την Ευρώπη. Η ύψωση τειχών, οι περιορισμοί στις βίζες και ο πολλαπλασιασμός των περιπολιών των συνοριοφυλάκων και των ακταιωρών το πολύ-πολύ μα καθυστερήσουν την ώρα της κρίσεως. Το χειρότερο όμως είναι πως οι αντι-μεταναστευτικές πολιτικές και προκαταλήψεις καταστρέφουν όλες τις αξίες που έκαναν την Ευρώπη αυτό που ήταν.

Στα σχολικά βιβλία της παιδικής μου ηλικίας δε γινόταν λόγος για δημοκρατία και δικαιώματα των γυναικών, αλλά στα πακέτα των τσιγάρων «γκολουάζ» που κάπνιζαν οι Γάλλοι διανοούμενοι (ή τουλάχιστο έτσι νομίζαμε) ήταν γραμμένο το σύνθημα «liberté, égalité, fraternité», πράγμα που τα έκανε πολύ δημοφιλή. Το «fraternité» για μας έγινε συνώνυμο του πνεύματος της αλληλεγγύης και της αντίστασης που πρέσβευαν τα αριστερά κινήματα. Αλλά η αδιαφορία για τα βάσανα των μεταναστών και των μειονοτήτων, οι διωγμοί των Ασιατών, των Αφρικανών και των μουσουλμάνων που δεινοπαθούν στην περιφέρεια της Ευρώπης, η θεωρία πως επιπλέον είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τα δεινά τους, δεν είναι «αδερφοσύνη».

Ο καθένας μπορεί να κατανοήσει γιατί η Ευρώπη αγχώνεται, ακόμα και πανικοβάλλεται, καθώς επιχειρεί ταυτόχρονα να διατηρήσει τις μεγάλες πολιτιστικές της παραδόσεις, να απολαμβάνει τα πλούτη που τσιμπολογά από τις μη-δυτικές χώρες και να διατηρεί τα οφέλη που απέκτησε μετά από αιώνες ταξικών συγκρούσεων, αποικιοκρατίας και αιματηρών πολέμων. 

Αλλά τι είναι καλύτερο για την ίδια την προστασία της; Η εσωστρέφεια, ή μήπως η υπεράσπιση των βασικών της αξιών, που την έκαναν κάποτε το κέντρο του κόσμου για τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου;

(Ο Orhan Pamuk είναι νομπελίστας συγγραφέας)

(από The Guardian/www.ppol.gr - 22/01/2011)